Ήδη από τον Ιούλιο του 1946, με τη μεταβολή των διπλωματικών συνθηκών υπέρ της ελληνικής πλευράς στο ζήτημα των Δωδεκανήσων, η Ελλάδα απέσπασε τη συγκατάνευση του Βρετανού υπουργού Εξωτερικών για τη «διακριτική» αποστολή στα νησιά Ελλήνων κρατικών λειτουργών προκειμένου να συμμετάσχουν στη βρετανική διοίκηση, να ενημερωθούν για τις ανάγκες της περιοχής και έτσι να προετοιμάσουν το έδαφος για την Ένωση. Συνεπώς, όταν έφτασε η μεγάλη στιγμή, μετά την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης, οι ελληνικές Αρχές ήταν έτοιμες να αναλάβουν το δύσκολο έργο τους.
Ο διπλωματικός αγώνας που οι ελληνικές κυβερνήσεις καλούνταν να διεξαγάγουν, προκειμένου να διασφαλίσουν οριστικά κι επίσημα την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στο ελληνικό κράτος, δεν ήταν εύκολος. Θεσμικά, η τύχη των νησιών ήταν ενταγμένη στο ευρύ πλαίσιο των διαπραγματεύσεων των Συνθηκών Ειρήνης μεταξύ νικητών και ηττημένων του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά, πολιτικά, εξαρτιόταν από την εύθραυστη ισορροπία δυνάμεων και τα συμφέροντα των πρωταγωνιστών του ψυχροπολεμικού κόσμου που μόλις αναδυόταν.
Μία ημέρα μετά την επίσημη συνθηκολόγηση της Γερμανίας, ο στρατιωτικός διοικητής των Δωδεκανήσων, υπέγραψε στη Σύμη, στις 8 Μαΐου 1945, το πρωτόκολλο παράδοσης των γερμανικών φρουρών στις συμμαχικές δυνάμεις. Η γερμανική κατοχή είχε λήξει. Παντού, στα νησιά, οι βρετανικές δυνάμεις και οι άνδρες του Ιερού Λόχου γίνονταν δεκτοί με ενθουσιασμό.
Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ο καταλύτης που θα άλλαζε την παγιωμένη κατάσταση στο ζήτημα των Δωδεκανήσων, συμπαρασύροντας στη δίνη του σχέδια, ελπίδες και διπλωματία. Με την κήρυξη του πολέμου από την Ιταλία, πολλοί Δωδεκανήσιοι έσπευσαν να καταταγούν στο «Σύνταγμα Δωδεκανησίων Εθελοντών» που συγκρότησε ο Ελληνικός Στρατός, ενώ κι άλλοι πολεμούσαν με διάφορες μονάδες. Αλλά και μετά την ελληνική συνθηκολόγηση, οι Δωδεκανήσιοι θα συνέχιζαν στον τόπο τους την αντίσταση ενάντια σε Ιταλούς και Γερμανούς με επιδρομές, δολιοφθορές και κατασκοπεία.
Η Ιταλία κατέλαβε τα Δωδεκάνησα τον Μάιο του 1912, κατά τον Ιταλοτουρκικό Πόλεμο. Η απόσπαση των νησιών από την οθωμανική κυριαρχία, σε συνδυασμό με τις ιταλικές διακηρύξεις περί προσωρινότητας αυτής της κατοχής, ενίσχυσαν τις ελπίδες των Δωδεκανησίων για την επίτευξη της πολυπόθητης ένωσης με την Ελλάδα, όπως αυτές άλλωστε είχαν διακηρυχθεί στις 17 Ιουνίου 1912 στην Πάτμο, με την ανακήρυξη της «Αυτόνομης Πολιτείας του Αιγαίου».
Τα Δωδεκάνησα, στο σταυροδρόμι Ανατολής και Δύσης, πάνω στους θαλάσσιους δρόμους του εμπορίου και του πολέμου, έθελγαν τους κατά καιρούς φιλόδοξους κυρίαρχους της Ανατολικής Μεσογείου. Για πάνω από έξι αιώνες, μάχες, πολιορκίες και συνθήκες έθεταν τις τομές μιας πολυκύμαντης εναλλαγής κυρίων στα νησιά. Ιωαννίτες Ιππότες και Οθωμανοί Σουλτάνοι, Ιταλοί, Γερμανοί και Βρετανοί, αναγνώριζαν τη στρατηγική σημασία της νοτιοανατολικής άκρης του Αρχιπελάγους και επιχειρούσαν την κατάκτησή της ή, έστω, την επιβολή του ελέγχου τους.
Στο τέλος της δεκαετίας του 1980, η φεμινιστική αμφισβήτηση έχει καταγράψει σημαντικές επιτυχίες. Στο θεσμικό επίπεδο, οι νόμοι της ισότητας έχουν διαποτίσει τον νομικό πολιτισμό της χώρας, αν και πολλές ανισότητες επιβιώνουν στους ισχύοντες νόμους. Στο επίπεδο των αντιλήψεων, οι διακρίσεις κατά των γυναικών, στον βαθμό που συνειδητοποιούνται, αποκτούν κοινωνικό χαρακτήρα. Ο φεμινισμός της Μεταπολίτευσης κατάφερε να τις αναδείξει και να τις συνδέσει με τις σχέσεις κυριαρχίας ανάμεσα στα φύλα.
Οι φεμινιστικές πρωτοβουλίες της περιόδου περιλαμβάνουν μια ευρεία γκάμα δραστηριοτήτων εκδοτικού χαρακτήρα, καθώς και διαδηλώσεις, δημόσιες συγκεντρώσεις, εκθέσεις, συζητήσεις, συναντήσεις για τον συντονισμό της φεμινιστικής δράσης, προβολές, μουσικές εκδηλώσεις, εκδρομές. Μέσα από τις δράσεις αυτές οι φεμινίστριες θα διεκδικήσουν –και θα κερδίσουν–διακριτή πολιτική παρουσία.