Το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, σε συνεργασία με την Οικουμενική Ομοσπονδία Κωνσταντινουπολιτών, παρουσίασε τον τόμο Συνδιάσκεψη της Λωζάννης για τα ζητήματα της Εγγύς Ανατολής (1922-1923). Πρώτη περίοδος, 20 Νοεμβρίου 1922 - 4 Φεβρουαρίου 1923: Πρακτικά των διαπραγματεύσεων και Σχέδιο Όρων Συνθήκης Ειρήνης, που κυκλοφόρησαν μόλις σε ελληνική μετάφραση, συνέκδοση της Βουλής και της Ομοσπονδίας. Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 8 Ιουλίου στην αίθουσα εκδηλώσεων της Βουλής (Αμαλίας 22-24). Στόχος της έκδοσης ήταν να καλυφθεί ένα σοβαρό κενό, καθώς τα επίσημα πρακτικά των διαπραγματεύσεων δεν είχαν μεταφραστεί στην ελληνική γλώσσα έως σήμερα, παρότι η Συνθήκη αποτελεί αναμφίβολα τεκμήριο για ένα καθοριστικό, όσον αφορά την πορεία του ελληνισμού, γεγονός του 20ού αιώνα.
Ο γενικός γραμματέας του Ιδρύματος της Βουλής, καθηγητής Ευάνθης Χατζηβασιλείου, αφού ευχαρίστησε τους συντελεστές, και ιδίως τον Νικόλαο Ουζούνογλου, σημείωσε ότι το Ίδρυμα, παρότι δεν πρόκειται για δική του έκδοση, με ιδιαίτερη χαρά συνδιοργάνωσε την παρουσίαση, εξαιτίας της μεγάλης σημασίας που έχει για την ιστοριογραφία, τη μνήμη και τη χώρα. Και σημείωσε με ικανοποίηση πως η ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα φανερώνει ότι το ενδιαφέρον του ενημερωμένου κοινού παραμένει αμείωτο και ζωντανό μέχρι σήμερα για τη Συνθήκη τη Λωζάννη και όλα όσα (γεγονότα, πρόσωπα, εξελίξεις) συνδέονται με αυτή.
Στη συνέχεια ο Νικόλαος Ουζούνογλου (ομότιμος καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και πρόεδρος της Οικουμενικής Ομοσπονδίας Κωνσταντινουπολιτών), ο οποίος και συντόνισε την εκδήλωση, τόνισε την αξία της έκδοσης και τη σημασία της συγκυρίας της Λωζάννης, καθώς, όπως είπε, η ενδιάμεση περίοδος, μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης φάσης των διαπραγματεύσεων, είναι εξαιρετικά κρίσιμη, καθώς καθόρισε ουσιαστικά, τόσο ως προς τις εσωτερικές όσο και τις εξωτερικές εξελίξεις, την πορεία και τη διαμόρφωση της σύγχρονης Τουρκίας. Αφού ευχαρίστησε θερμά τον Πρόεδρο της Βουλής Νικήτα Κακλαμάνη για την πρόθυμη ανταπόκριση και τη συμβολή του στην έκδοση, καθώς και τις εθελόντριες και τους εθελοντές που έφεραν εις πέρας το μέγα και επίμοχθο έργο της μετάφρασης, έδωσε τον λόγο στους ομιλητές.
Ο Αντώνης Κλάψης (αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου) σκιαγράφησε το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο διεξάγονται οι διαπραγματεύσεις. Σημείωσε ότι η Λωζάννη είμαι μια πολυμερής συνδιάσκεψη (μετέχουν από τη μια οι νικήτριες χώρες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και από την άλλη η Οθωμανική Αυτοκρατορία/Τουρκία), στο πλαίσιο της οποίας οι ελληνοτουρκικές διαφορές δεν είναι ούτε το μοναδικό ούτε το σημαντικότερο ζήτημα, συνολικά. Άλλα σοβαρά θέματα, λ.χ., που εκφεύγουν των ελληνοτουρκικών, ήταν η τύχη των Στενών, οι διομολογήσεις και το μέλλον της Μοσούλης. Επισήμανε το αντιφατικό status τόσο της Ελλάδας όσο και της Τουρκίας (νικήτρια στον Α΄ Παγκόσμιο και ηττημένη στον μικρασιατικό πόλεμο η πρώτη, το ακριβώς αντίθετο η δεύτερη). Τόνισε ότι οι επικεφαλής της ελληνικής και της τουρκικής αντιπροσωπείας, Ελευθέριος Βενιζέλος και Ισμέτ πασάς, παρά τις σοβαρές διαφορές τους (έμπειρος με μεγάλο κύρος αλλά ιδιώτης ο πρώτος, άπειρος στα διπλωματικά αλλά υπ’ αριθμόν δύο μετά τον Κεμάλ στην κυβέρνηση της Άγκυρας ο δεύτερος) αποτελούν μεγάλο προσωπικότητες που διαδραματίζουν βαρύνοντα ρόλο στην όλη διαδικασία. Αναφέρθηκε τέλος, στη χάραξη των συνόρων Ελλάδας και Τουρκίας, το ζήτημα της στρατιωτικοποίησης των νησιών του Ανατολικού και του Βόρειου Αιγαίου και την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών.
Ο Στέλιος Περράκης (ομότιμος καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου) αναφέρθηκε καταρχάς στην αξία του τόμου, με το εξαιρετικά πλούσιο υλικό που περιέχει (πρακτικά συζητήσεων, υπομνήματα, πρωτόκολλα, δηλώσεις, ανακοινώσεις), στη διασταύρωση ιστορίας, πολιτικής και διεθνούς δικαίου. Πρόκειται για ένα συναρπαστικό ταξίδι, είπε, καθώς, μελετώντας τα Πρακτικά, παρακολουθούμε βήμα βήμα τη θεματολογία και την οργάνωση των διαπραγματεύσεων, τους αριστοτεχνικούς ελιγμούς, τις αναδιπλώσεις των δύο πλευρών και την εξέλιξη. Τόνισε τον ρόλο του Βενιζέλου, ο οποίος είχε στόχο όχι «τη νίκη», αλλά να «σώσει ό,τι περισσότερο ήταν δυνατόν να σωθεί». Αναφέρθηκε, ακόμα, στην επικαιρότητα και την εξαιρετική αντοχή της Συνθήκης της Λωζάννης, η οποία αποτελεί ένα κείμενο ζωντανό και ανθεκτικό μαζί – είναι χαρακτηριστικό ότι επανέρχεται σχεδόν κάθε χρόνο με αφετηρία σύγχρονα γεγονότα. Σημείωσε, επίσης, ότι η έκδοση αποτελεί ουσιαστική προσφορά όχι μόνο για την επιστημονική κοινότητα, αλλά για τους Έλληνες πολίτες. Τέλος, ανέφερε πως η ειρήνη, όπως αποτυπώνεται στη Συνθήκη, είναι στενά συνδεμένη με τα ζητήματα εθνικής κυριαρχίας, με εγγυητή το διεθνές δίκαιο.
Η Άννα Φραντζή (ιστορικός, εθελόντρια, Οικουμενική Ομοσπονδία Κωνσταντινουπολιτών) αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο δούλεψε η ομάδα των εθελοντών και εθελοντριών για να μπορέσει να ολοκληρώσει με επιτυχία ένα τόσο ογκώδες και μεγαλόπνοο έργο. Βασικές μέριμνες υπήρξαν, όπως είπε, η πιστή απόδοση, η ομοιομορφία, η ακρίβεια, αλλά και η προσπάθεια να δοθεί στους Έλληνες και τις Ελληνίδες ένα κείμενο προσιτό στην ανάγνωση. Ήταν μια διαδικασία πολύ απαιτητική, λόγω της φύσης, των γλωσσικών ιδιαιτεροτήτων και των αποχρώσεων του πρωτοτύπου, καθώς μάλιστα συνολική επιδίωξη ήταν όχι απλώς να αποδοθεί με καθαρότητα το περιεχόμενο, αλλά ταυτόχρονα να αποτυπωθεί το πνεύμα κάθε τοποθέτησης ή τεκμηρίου. Είπε ακόμα ότι για την ίδια, αλλά και για όλη την ομάδα, στάθηκε ένα εγχείρημα όπου συναντήθηκαν οικογενειακές αναμνήσεις, η συλλογική μνήμη και η ιστορική έρευνα. Επισήμανε, τέλος, ότι ο τόμος αποκτά πρόσθετη βαρύτητα και κύρος από το γεγονός ότι αποτελεί συνέκδοση της Βουλής των Ελλήνων και της Οικουμενικής Ομοσπονδίας Κωνσταντινουπολιτών.
Τέλος, ο Νικόλαος Ουζούνογλου επισήμανε ότι η ανάγνωση και μελέτη των περιεχομένων του τόμου είναι απαραίτητη, εκτός των άλλων, για την κατανόηση της διαδρομής της ομογένειας της Τουρκίας όλα τα επόμενα χρόνια, καθώς η τύχη του ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης επηρεάστηκε έντονα από τις διαρκείς και συστηματικές παραβάσεις των άρθρων 37-44 της Συνθήκης (που αφορούν την προστασία των μειονοτήτων) από την Τουρκία. Εξήγησε, έτσι, ότι το καίριο πλήγμα στον ελληνισμό της Πόλης δεν δόθηκε με τα Σεπτεμβριανά του 1955, αλλά με τις εξελίξεις του 1964 και τις αθρόες απελάσεις Ελλήνων υπηκόων – και μνημόνευσε την επιμονή της ελληνικής αντιπροσωπείας στη Λωζάννη για το ότι οι Έλληνες υπήκοοι υπόκεινται στη Συνθήκη. Στη συνέχεια, σε μια ιστορική αναδρομή, αναφέρθηκε σε όσα προηγήθηκαν της Συνθήκης, στον ρόλο των Βρετανών, στο ιστορικό πλαίσιο και στα πέντε μεγάλα σημεία όπου υπήρξαν συμβιβασμοί: την απαίτηση της Τουρκίας για καταβολή πολεμικών αποζημιώσεων, το ζήτημα του οθωμανικού χρέους, τις διομολογήσεις, τον τρόπο παράδοσης της Κωνσταντινούπολης από την Αντάντ στην κυβέρνηση της Άγκυρας, και το ζήτημα της Μοσούλης. Κλείνοντας, εξέφρασε την πεποίθησή του ότι, χάρη στην εθελοντική συνεισφορά και τη συλλογική προσπάθεια, η ελληνική βιβλιογραφία εμπλουτίζεται με ένα σπουδαίο ιστορικό κείμενο, εξαιρετικά επίκαιρο και σήμερα, τόσο για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις όσο και για τις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου.
Ανάμεσα στο πολυπληθές κοινό που είχε κατακλύσει την αίθουσα διακρίναμε τον πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας Μιχάλη Πικραμένο, τον πρώην πρόεδρο της Βουλής Νίκο Βούτση, τον βουλευτή Λάρισας Μάξιμο Χαρακόπουλο, καθώς και πολλούς εκπροσώπους και μέλη ομογενειακών οργανώσεων της Κωνσταντινούπολης και της Μικράς Ασίας.