Το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, στο πλαίσιο της έκθεσης «1945: Το τέλος του πολέμου», που πραγματοποιείται στο πρώην Δημόσιο Καπνεργοστάσιο (Λένορμαν 218), οργανώνει σειρά εκδηλώσεων με γενικό τίτλο «Συζητήσεις στην έκθεση». Στόχος, να αναδειχθούν βασικές στιγμές και γεγονότα της κρίσιμης αυτής χρονιάς, που παρουσιάζονται και στην έκθεση. Η δεύτερη από τις συζητήσεις είχε τίτλο «81 χρόνια από την απελευθέρωση του Άουσβιτς: δημόσια ιστορία, θεσμοί, μνήμη» και πραγματοποιήθηκε το απόγευμα της Τετάρτης 11 Μαρτίου. Είχε προηγηθεί, στις 18 Φεβρουαρίου, η συζήτηση «Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος: η σημασία του Ανατολικού Μετώπου» (ομιλητές: Γιώργος Μαργαρίτης, Θανάσης Σφήκας, Διονύσης Χουρχούλης, συντονιστής: Ευάνθης Χατζηβασιλείου). Στην εκδήλωση της 11ης Μαρτίου συζήτησαν ο γενικός γραμματέας του Ιδρύματος της Βουλής καθηγητής Ευάνθης Χατζηβασιλείου με τη διευθύντρια του Εβραϊκού Μουσείου Ελλάδος Ζανέτ Μπαττίνου και με την ιστορικό, ερευνήτρια στο Εβραϊκό Μουσείο, Ελένη Κούκη.
Στο άνοιγμα της βραδιάς, ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου αναφέρθηκε στην προγενέστερη ενασχόληση του Ιδρύματος της Βουλής με την ιστορία του ελληνικού εβραϊσμού, μέσα από εκδόσεις, εκδηλώσεις και εκθέσεις, με πιο πρόσφατη την έκθεση «Στην ίδια πόλη: Χριστιανοί και Εβραίοι στη Θεσσαλονίκη». Σήμερα όμως, συνέχισε ο γενικός γραμματέας του Ιδρύματος, μιλάμε για ένα γεγονός εντελώς διαφορετικής κλίμακας, την πιο μαύρη στιγμή της ανθρώπινης ιστορίας. Παρότι η ιστορία, και ιδίως των πολέμων, είναι γεμάτη από καταστροφές, θάνατο και βαρβαρότητες, δεν υπάρχει τίποτα συγκρίσιμο με το Ολοκαύτωμα, από την άποψη της φρίκης και της απανθρωπιάς, σε όλη τη διαδρομή της ανθρωπότητας. Τόνισε, επίσης, ότι η «Τελική Λύση» είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τις ιδεολογικές αρχές του ναζιστικού καθεστώτος, γι’ αυτό και η χιτλερική Γερμανία επιμένει στην υλοποίησή της με κάθε τρόπο, διαθέτοντας πόρους, ανθρώπινους και μη, ακόμα και όταν έχει αρχίσει να χάνει τον πόλεμο.
Αποτελεί αυτονόητο χρέος μας, είπε, όταν αναφερόμαστε στο τέλος του πολέμου να μιλήσουμε για το Ολοκαύτωμα, που τότε γίνεται ευρέως γνωστό στην παγκόσμια κοινή γνώμη. Γι’ αυτό άλλωστε, για ουσιαστικούς και συμβολικούς λόγους, η ενότητα με την οποία ξεκινάει η έκθεση, το πρώτο που αντικρίζει ο επισκέπτης και η επισκέπτρια, είναι η ενότητα που αναφέρεται στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, ο γενικός γραμματέας του Ιδρύματος της Βουλής έθεσε ορισμένα ερωτήματα (όπως το πώς βιώνουν οι Εβραίοι τη μεγάλη τομή του 1945, τις ιδιαιτερότητες που αντιμετωπίζουν οι Έλληνες Εβραίοι, τη σημασία των μαρτυριών, την ευθύνη των ιστορικών θεσμών στη διατήρηση της μνήμης του Ολοκαυτώματος, ιδίως την εποχή που εκλείπουν πλέον και οι τελευταίοι επιζώντες), γύρω από τους οποίους εξελίχθηκε η συζήτηση.
H Ζανέτ Μπαττίνου ευχαρίστησε το Ίδρυμα της Βουλής για την πρόσκληση, καθώς και την όλη συνεργασία. Και ξεκίνησε αναφερόμενη σε ένα από τα εκθέματα που δάνεισε το Εβραϊκό Μουσείο για τις ανάγκες της έκθεσης: το σακάκι που φορούσε ο δεκατετράχρονος ο Μωυσής (Μωρίς) Ηλία Αρδίτης από τη Θεσσαλονίκη, όσο ήταν όμηρος στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, εξόντωσης και καταναγκαστικής εργασίας Άουσβιτς ΙΙ-Μπίρκεναου. Εκεί δολοφονήθηκαν οι γονείς και η αδερφή του, και ο ίδιος επέστρεψε στην Ελλάδα μόνος. Με αφετηρία αυτή τη δραματική ιστορία, η ομιλήτρια αναφέρθηκε στο γλυκόπικρο αίσθημα των Εβραίων το 1945, καθώς η χαρά για τη σωτηρία, το τέλος του ζόφου, συμπλέκεται με ένα τεράστιο πόνο για όσους και όσες χάθηκαν, ανάμεσά τους γονείς, παιδιά, στενοί συγγενείς, φίλοι και φίλες, ένα βάρος ενίοτε συνθλιπτικό. Παρά την πάροδο του χρόνου, είπε, και παρότι οι επιζώντες βρήκαν τη δύναμη να συνεχίσουν, το τραύμα παραμένει και συχνά τους κατακλύζει, μέχρι το τέλος της ζωής τους, καθώς ο πόλεμος, συμβολικά, μπορεί να μην τελειώνει ποτέ πλήρως.
Η ομιλήτρια αναφέρθηκε, ακόμα, στο τεράστιο χρέος της μνήμης και στη μεγάλη προσπάθεια του Εβραϊκού Μουσείου Ελλάδος για την υλική τεκμηρίωση των γεγονότων, την επιδίωξή του να συλλέξει αντικείμενα και μαρτυρίες, να τις πλαισιώσει και να τις τεκμηριώσει. Και εξήγησε ότι, ως γενική κατεύθυνση, δεν δίνεται έμφαση στις φωτογραφίες της φρίκης, αλλά στα πρόσωπα, τη ζωή, τα έργα και τις φωνές των ανθρώπων, καθώς και το συναισθηματικό τους υπόβαθρο.
Τέλος, αναφέρθηκε σε μια σημαντική και πολύ πρόσφατη (Φεβρουάριος-Μάρτιος 2026) εξέλιξη: την επιστροφή στην Ελλάδα και τη φιλοξενία στο Εβραϊκό Μουσείο 150 περίπου συναγωγικών αντικειμένων (ανάμεσά τους θρησκευτικά κειμήλια και λειτουργικά υφάσματα), που είχαν λεηλατήσει οι ναζί από συναγωγές στη χώρα μας, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Όπως τόνισε, δεν πρόκειται απλώς για μια διοικητική και διπλωματική πράξη, αλλά για τη συνέχεια της μνήμης και της εβραϊκής ζωής. Υποσχόμαστε, κατέληξε, να μη σταματήσουμε ποτέ να μνημονεύουμε τα ονόματά τους, να αφηγούμαστε τις ιστορίες τους και να μοιραζόμαστε την πολύτιμη κληρονομιά τους.
H Ελένη Κούκη ξεκίνησε επισημαίνοντας ότι συνήθως αντιμετωποίζουμε τα ιστορικά γεγονότα, και ιδίως τα μεγάλα, ως «πινέζες στον χάρτη του χρόνου», έτσι όμως μας διαφεύγει ότι δεν πρόκειται στιγμές, αλλά μια μακρά διαδικασία, με χρονικό βάθος – κάτι το οποίο μας βοηθάει να αντιληφθούμε η έκθεση. Εξήγησε ότι πλέον, στη διεθνή βιβλιογραφία, ο όρος «επιζώντες» αναφέρεται όχι μόνο σε όσους επιβίωσαν από τα στρατόπεδα, αλλά σε κάθε Εβραίο και Εβραία που ήταν ζωντανοί τη στιγμή της Απελευθέρωσης. Μίλησε για τη χαοτική εμπειρία ανθρώπων που βρέθηκαν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τον τόπο τους, δεν ήξεραν τι να εμπιστευθούν, και σταδιακά αντιλαμβάνονται ότι η ζωή που ζούσαν πριν τον Πόλεμο δεν υπάρχει πια και δεν μπορούν να επανέλθουν σε αυτή. Έτσι, οι Έλληνες Εβραίοι που επέζησαν από τη φρίκη των στρατοπέδων ακολουθούν διαφορετικές διαδρομές, κυριολεκτικά και μεταφορικά: κάποιοι και κάποιες μένουν στη Δυτική Ευρώπη, άλλοι και άλλες μετακινούνται στην Παλαιστίνη ή στις ΗΠΑ, ενώ τέλος κάποιοι επιστρέφουν στην Ελλάδα. Είναι μια συγκλονιστική εμπειρία, καθώς βιώνουν την επιστροφή στο πουθενά και πρέπει να διαχειριστούν τη συνολική απώλεια της κοινότητας.
Η ομιλήτρια αναφέρθηκε στις διαφορετικές χρονικότητες που αντιμετωπίζουν οι Έλληνες Εβραίοι επιστρέφοντας στην πατρίδα, καθώς, με ορόσημο τα Δεκεμβριανά, η χώρα βρίσκεται στα πρόθυρα του Εμφυλίου. Πολλοί Εβραίοι έχουν ενταχθεί στην Αντίσταση (κυρίως στο ΕΑΜ και πολύ λιγότερο στον ΕΔΕΣ), με όλες τις συνεπαγωγές που μπορούσε να έχει αυτό στη συνέχεια. Τέλος, μιλώντας για τις μαρτυρίες και τους μάρτυρες, επισήμανε ότι παίζουν περιορισμένο ρόλο τα χρόνια αμέσως μετά το 1945. Ορόσημο στο πεδίο αυτό αποτελεί η δίκη του Άιχμαν, το 1961, που πυροδοτεί μια σειρά μαρτυριών, ενώ ένα νέο κύμα σημειώνεται τη δεκαετία του 1980, γεγονός που κάνει την κορυφαία ιστορικό του Ολοκαυτώματος Ανέτ Βιβιορκά να μιλήσει για την «εποχή των μαρτύρων».
Στον πλούσιο διάλογο με το κοινό που ακολούθησε συζητήθηκαν θέματα όπως η σημασία των Μουσείων ως κιβωτών μνήμης αλλά και γνώσης, τα βήματα που έχουν γίνει στην εκπαίδευση σχετικά με τη διδασκαλία του Ολοκαυτώματος, ο κίνδυνος του σχετικισμού και η μοναδικότητα του Ολοκαυτώματος
Ανάμεσα στο κοινό διακρίναμε τον βουλευτή Πιερίας και πρόεδρο της Κοινοβουλευτικής Ομάδας Φιλίας Ελλάδας-Πολωνίας Σπυρίδωνα Κουλκουδίνα, τον επί σειρά ετών πρόεδρο του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος και της Ισραηλιτικής Κοινότητας Αθηνών Μπένη Αλμπάλα και τη γυναίκα του Καίτη, καθώς και εκπαιδευτικούς που έχουν συνεργαστεί συστηματικά με το Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδος, στην προσπάθεια το Ολοκαύτωμα και η ιστορία του ελληνικού εβραϊσμού να αποτελέσει αντικείμενο μάθησης και διδασκαλίας.