Ελένη Βακαλό, μια προσωπικότητα με καθοριστική επίδραση στο τοπίο της μεταπολεμικής ελληνικής τέχνης
Το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, στο πλαίσιο του κύκλου Πρόσωπα Άξια Τιμής, οργάνωσε εκδήλωση για τη ζωή και το έργο της Ελένης Βακαλό (1921-2001) την Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου, στην αίθουσα εκδηλώσεων της Βουλής (Αμαλίας 22-24).
Η συντονίστρια της εκδήλωσης, Ειρήνη Οράτη (καλλιτεχνική διευθύντρια στο Ίδρυμα Ιωάννου Φ. Κωστόπουλου και μέλος της επιστημονικής επιτροπής του Ιδρύματος της Βουλής), επισήμανε ότι η Βακαλό είχε καθοριστική συμβολή στη τέχνη και τον πολιτισμό της μεταπολεμικής Ελλάδας. Έκανε μια σύντομη επισκόπηση της εργοβιογραφίας της και τη χαρακτήρισε πολυσχιδή, εμπνευσμένη και άξια γυναίκα, που έδρασε σε μια δύσκολη εποχή, αφήνοντας το στίγμα της.
Ο Γιάννης Χ. Παπαϊωάννου (αρχιτέκτων Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, δρ Ιστορίας της Τέχνης, καθηγητής στη Σχολή Βακαλό), μίλησε, ξεκινώντας, για την προσωπική του σχέση με την τιμώμενη, καθώς τη διαδέχθηκε ως καθηγητής ιστορίας της τέχνης στη Σχολή Βακαλό. Αναφέρθηκε στα πολλά χαρίσματα τα οποία εκδίπλωνε κατά τη διδασκαλία της, όπως η ευθύτητα, η συνέπεια λόγων και έργων, η φρεσκάδα της σκέψης. Η Βακαλό, συνέχισε, επιδίωκε να προσεγγίζει την τέχνη ως γλωσσικό κώδικα, έχοντας εποπτεία των θεμελιωδών αξιών που διέπουν συνολικά την ανθρώπινη έκφραση. Ο ομιλητής, κλείνοντας, επισήμανε ως σημαντική αρετή της Βακαλό το ότι απέφευγε συστηματικά το δέλεαρ της επιτυχίας και τις εύκολες μανιέρες, έχοντας ένα ολοκληρωμένο όραμα εικαστικής παιδείας, που συνδύαζε τη ζωή και την τέχνη.
Η Μαρία Κακαβούλια (ομότιμη καθηγήτρια του Τμήματος Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού στο Πάντειο Πανεπιστήμιο) χαρακτήρισε το ποιητικό έργο της Βακαλό τομή για τη μεταπολεμική ποίηση, εξαιτίας όχι μόνο των θεμάτων και των εκφραστικών τρόπων, αλλά πρωτίστως επειδή ανατρέχει στις ρίζες της γλώσσας. Διανθίζοντας την ομιλία της με την ανάγνωση αποσπασμάτων από έργα της Βακαλό, διέκρινε δύο μεγάλες περιόδους στην ποιητική της δημιουργία. Η πρώτη (1954-1966) η οποία αντιστοιχεί στη συγκεντρωτική έκδοση Πριν από τον λυρισμό, είναι πραγματοκεντρική, ενώ στη δεύτερη (1971-1990), η οποία αντιστοιχεί στην έκδοση Τα κοινά, κυριαρχεί η έγνοια για τον άνθρωπο. Τέλος, η ομιλήτρια αναφέρθηκε στην κυρίαρχη θέση της αλληγορίας της όρασης και της τυφλότητας στην ποίηση της Βακαλό, την οποία χαρακτήρισε «μπροστά από την εποχή της».
Η Ελευθερία Δελαζάνου (ιστορικός τέχνης και υποψήφια διδάκτωρ Ιστορίας της Τέχνης στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών), μιλώντας για το τεχνοκριτικό έργο της Βακαλό, επισήμανε ότι βασικός στόχος της κριτικής της ήταν η αγωγή του κοινού, μέσω της ανάδειξης της γλώσσας της τέχνης, κάτι που γινόταν με την έμφαση στο ίδιο το έργο. Σημείωσε ότι ο απαιτητικός κριτικός λόγος της Βακαλό είναι απαλλαγμένος από φιλολογικές διανθίσεις, ιδεολογικές αγκυλώσεις και περιγραφικές γενικότητες, προϋποθέτοντας την κριτική ματιά του αναγνώστη. Κλείνοντας, τόνισε ότι τόσο στην ποίηση όσο και στις τεχνοκριτικές της Βακαλό αναδεικνύεται η προσήλωση στην ελευθερία αλλά και στις δεσμεύσεις της τέχνης.
Η Χάρις Κανελλοπούλου (ιστορικός τέχνης και επιστημονική υπεύθυνη, επιμελήτρια της Συλλογής Έργων Τέχνης στην Τράπεζα της Ελλάδος) σημείωσε ότι οι μελέτες της Ελένης Βακαλό έχουν διττό χαρακτήρα, απευθυνόμενες αφενός σε ένα ευρύτερο φιλότεχνο κοινό και αφετέρου στους ειδικούς. Η τέχνη, σύμφωνα με τη Βακαλό, όπως είπε η ομιλήτρια, είναι μια γλώσσα η οποία αποκαλύπτεται στους θεατές μέσα από δύο οδούς, το βίωμα και τη γνώση. Το ζητούμενο, για τη Βακαλό, δεν επικεντρώνεται στο τι είναι το έργο τέχνης, αλλά στο πώς στοχαζόμαστε γι’ αυτό, καθώς και το πώς εντάσσεται στην ατομική και συλλογική δημιουργία. Η συμβολή της Βακαλό, κατέληξε, υπήρξε σημαντική τόσο για την εισαγωγή όρων όσο και για το κριτικό της πνεύμα, συμβάλλοντας στη χαρτογράφηση της μεταπολεμικής τέχνης και στην εξοικείωση του κοινού με αυτή.